Κατά τη σύνοδο κορυφής που έγινε στο Μοντρέ το 1978 μεταξύ των πρωθυπουργών της Ελλάδας, Κωνσταντίνου Καραμανλή, και της Τουρκίας, Μπουλέντ Ετζεβίτ, συμφωνήθηκε να συνεχιστούν οι διμερείς συνομιλίες μεταξύ των γενικών γραμματέων και των δύο υπουργείων Εξωτερικών. Ήταν μια προσπάθεια να διατηρηθούν ανοιχτές γραμμές άμεσης επικοινωνίας, σε ανώτερο επίπεδο, χωρίς την πίεση που αναδύεται (ή τις προσδοκίες που καλλιεργούνται) όταν διεξάγονται συνομιλίες μεταξύ πολιτικών αρχηγών. Άλλωστε, στη Σύνοδο του Μοντρέ έγινε σαφές ότι οι απόψεις Άγκυρας και Αθήνας διίστανται σε όλα τα ζητήματα που επιδείνωσαν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με αποτέλεσμα η προοπτική άμεσης λύσης να φαίνεται μη ρεαλιστική.

Σε διάστημα τριών περίπου ετών, πραγματοποιήθηκαν συνολικά εννέα συναντήσεις μεταξύ των γενικών γραμματέων των υπουργείων Εξωτερικών των δύο χωρών, του Βύρωνα Θεοδωρόπουλου για την Ελλάδα και, αρχικά, του Σουκρού Ελεκντάγκ για την Τουρκία. Το πρώτο έγινε στην Άγκυρα μεταξύ 4 και 5 Ιουνίου 1978, με το δεύτερο να ακολουθεί στις 18 έως 19 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους στην Αθήνα. Η τρίτη πραγματοποιήθηκε στην Άγκυρα στις 8 έως 9 Φεβρουαρίου 1979, με την τέταρτη στην Αθήνα από τις 9 έως τις 10 Ιουλίου 1979. Η πέμπτη ήταν στην Άγκυρα από τις 18 έως τις 19 Φεβρουαρίου 1980, με την έκτη να μεταφέρεται στη Νέα Υόρκη από τον Οκτώβριο. 3 έως 5, 1980. Η έβδομη επέστρεψε στην Αθήνα στις 4 έως 5 Δεκεμβρίου 1980, ενώ η όγδοη πραγματοποιήθηκε στην Άγκυρα από τις 16 έως τις 20 Μαρτίου 1981. Οι τελευταίες ένατες συνομιλίες πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα από τις 7 έως τις 8 Σεπτεμβρίου 1981 .

Οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν σε τρία πιεστικά ζητήματα. Πρώτον, η υιοθέτηση ενός πολιτικού κειμένου που θα έθετε τα θεμέλια για την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων (για παράδειγμα, ένα σύμφωνο μη επίθεσης ή μια συνθήκη φιλίας). Το δεύτερο θέμα ήταν η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ των δύο χωρών στο Αιγαίο. Οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν επίσης σε ζητήματα που σχετίζονται με τον εναέριο χώρο και τις ζώνες ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας στο αρχιπέλαγος. Με τη συμφωνία και των δύο πλευρών, ζητήματα μειονοτικών κοινοτήτων, που τέθηκαν μόνο παρεμπιπτόντως (και σίγουρα κατ’ εξαίρεση), έμειναν εκτός συνομιλιών. Επιπλέον, δεν έγινε αναφορά στην Κύπρο, καθώς η μακροχρόνια στάση της Αθήνας στο θέμα από το 1974 είναι ότι η Λευκωσία είχε τον κύριο ρόλο και την ευθύνη στη διαχείρισή του.

Συνομιλίες για το σύμφωνο μη επίθεσης

Η ιδέα της υπογραφής μιας ελληνοτουρκικής συμφωνίας βασίστηκε σε προηγούμενη πρόταση του Καραμανλή τον Απρίλιο του 1976. Σε αυτή τη βάση, οι γενικοί γραμματείς προετοίμασαν και αντάλλαξαν σχέδια για μια τέτοια συμφωνία, στα οποία απεικονίζονταν οι διαφορετικές προσεγγίσεις των δύο πλευρών. Ο ακρογωνιαίος λίθος του ελληνικού σχεδίου ήταν μια πρόβλεψη για την ειρηνική επίλυση των διμερών διαφορών με βάση το διεθνές δίκαιο. Σε αυτό το πλαίσιο συμπεριλήφθηκε μια ρητή δήλωση που αποκλείει τη χρήση βίας, η οποία άλλωστε είναι κάτι που ορίζεται από τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Τόνισε επίσης την ανάγκη υιοθέτησης ορισμένων πρακτικών μέτρων που θα συμβάλουν στη μείωση της έντασης και στην καλλιέργεια κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Αυτά που θα μπορούσαν να θεωρηθούν παραδείγματα αυτών ήταν τόσο η δέσμευση ότι εάν κάποια χώρα σχεδίαζε να αγοράσει νέο αμυντικό εξοπλισμό να ενημερώσει την άλλη και παρείχε έγκαιρη προειδοποίηση για τη διεξαγωγή όλων των στρατιωτικών ασκήσεων μέσης και μεγάλης κλίμακας. Στόχος ήταν αφενός η αποφυγή κούρσας εξοπλισμών, αφετέρου η αποφυγή παρεξηγήσεων και περιττών εντάσεων.

Η αντιπρόταση της Τουρκίας ήταν μια συμφωνία ευρείας κλίμακας που είτε άμεσα είτε έμμεσα έθιγε σχεδόν όλα τα διμερή ζητήματα. Για παράδειγμα, η τουρκική πρόταση για αποδοχή του απαραβίαστου των ελληνοτουρκικών συνόρων συνοδεύτηκε από πρόβλεψη για «στερεοποίηση» των χωρικών υδάτων και των δύο χωρών. Ωστόσο, αυτή η «στερεοποίηση» ήταν στην πραγματικότητα ένας διπλωματικός ευφημισμός για να επιβληθεί στην Ελλάδα η υποχρέωση να μην επεκτείνει ποτέ τα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο πέρα ​​από τα 6 ναυτικά μίλια. Επιπλέον, το τουρκικό σχέδιο αναφερόταν στην ανάγκη περιορισμού των αμυντικών δαπανών. το συνέδεσε ωστόσο με τον γεωστρατηγικό ρόλο κάθε χώρας. Οι Τούρκοι αξιωματούχοι αντιλήφθηκαν ότι, καθώς η Τουρκία είχε αυξημένη γεωπολιτική σημασία, και, σε βαθμό, ότι θα έπρεπε να της επιτραπεί περισσότερα περιθώρια για την απόκτηση νέου στρατιωτικού εξοπλισμού σε σύγκριση με την Ελλάδα. Τέλος, η τουρκική πλευρά εργαζόταν για να αλλάξει την αναγνώριση της μειονότητας στη Δυτική Θράκη ως εθνική (τουρκική) μειονότητα, αντί της θρησκευτικής (μουσουλμανικής) που ορίζεται ρητά στη Συνθήκη της Λωζάνης.

Προτάσεις για την υφαλοκρηπίδα

Οι διαφορές στις απόψεις των δύο χωρών επιβεβαιώθηκαν και στο θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας. Η Αθήνα απέρριψε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο παγίδευσης ελληνικών νησιών σε τουρκική υφαλοκρηπίδα. Το περισσότερο που μπορούσε να παραχωρήσει η Ελλάδα ήταν να συζητήσει τη δυνατότητα αναγνώρισης της ύπαρξης τουρκικής υφαλοκρηπίδας στα κενά μεταξύ των ελληνικών νησιών του Βορείου Αιγαίου, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα επεκταθεί περισσότερο προς τα δυτικά. Εάν υλοποιούνταν αυτή η ιδέα, η Τουρκία θα είχε αποκτήσει περίπου το 10% της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου σε σύγκριση με το 8% που θα αποκτούσε εάν το όριο καθοριζόταν στο μέσο μεταξύ αυτών των νησιών και των ακτών της Μικράς Ασίας. Η Ελλάδα πρότεινε με συνέπεια ότι εάν δεν βρεθεί λύση κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, το ζήτημα να διευθετηθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Δικαιοσύνης.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η τουρκική πλευρά απέρριψε τις ελληνικές προτάσεις. Ο κύριος στόχος της, όπως επιβεβαιώθηκε στους διαδοχικούς γύρους συνομιλιών, ήταν να χαράξει τη γραμμή μεταξύ των δύο υφαλοκρηπίδων στο μέσο μεταξύ των δύο ηπειρωτικών ακτών. Σύμφωνα με την τουρκική πλευρά, τα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου που είναι παράλληλα με την τουρκική ακτογραμμή (από τη Σαμοθράκη στα βόρεια έως τα Δωδεκάνησα στα νότια) δεν δικαιούνται υφαλοκρηπίδα. Κάποια επίδραση, αλλά όχι πολύ, στον προσδιορισμό του μέσου σημείου θα δοθεί μόνο στα νησιά που βρίσκονται πιο κοντά στις ηπειρωτικές ακτές της Ελλάδας. Εάν αυτός ο οικισμός της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου δεν γινόταν αποδεκτός από τους Έλληνες, οι Τούρκοι αντιπρότειναν κάθε χώρα να έχει μόνο το δικαίωμα να εξερευνά και να εκμεταλλεύεται περιοχές αποκλειστικά εντός των χωρικών της υδάτων. Πέραν αυτού, όλα στις υπόλοιπες περιοχές θα ήταν κοινοπραξίες Ελλάδας και Τουρκίας.

Οι δύο πλευρές είχαν ασυμβίβαστες απόψεις και για το θέμα της εναέριας κυκλοφορίας πάνω από το Αιγαίο. Η Τουρκία επεδίωξε να μειώσει την ελληνική ευθύνη στην Περιοχή Πληροφοριών Πτήσεων της Αθήνας (FIR), όπως ορίζεται από διεθνείς συμβάσεις. Ουσιαστικά ήθελε να χωρίσει τον εναέριο χώρο του Αιγαίου σε περίπου δύο μισά, με την Τουρκία να ελέγχει το ανατολικό τμήμα. Η ελληνική πλευρά απέρριψε την τουρκική πρόταση, δηλώνοντας ότι εάν επρόκειτο να υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή στο FIR Αθηνών τότε θα έπρεπε να γίνει ισοδύναμη αλλαγή, βάσει της αρχής της αμοιβαιότητας, στο FIR Κωνσταντινούπολης.

Οι συνομιλίες για τεχνικά ζητήματα (συμπεριλαμβανομένης της διεξαγωγής εναέριων στρατιωτικών ασκήσεων, της ανταλλαγής πληροφοριών για μαχητικά αεροπλάνα και της δημιουργίας αεραγωγών) αποδείχθηκαν επίσης άκαρπες. Η μόνη θετική εξέλιξη ήταν η αιφνιδιαστική ανάκληση το 1980 του τουρκικού NOTAM (Ειδοποίηση προς τους αεροπόρους) 714, που εκδόθηκε μετά τον πέμπτο γύρο συνομιλιών τον Αύγουστο του 1974, το οποίο είχε σταματήσει κάθε εναέρια κυκλοφορία πάνω από το Αιγαίο.

Συνολικά, οι συνομιλίες που έγιναν μεταξύ των δύο γενικών γραμματέων δεν συνέβαλαν τίποτα θετικό επί της ουσίας στην πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η χρησιμότητά τους έγκειται στη διατήρηση της τακτικής επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών. Πέρα από αυτό, οι απόψεις της Αθήνας και της Άγκυρας παρέμειναν αμετάβλητες. Ουσιαστικά, η Ελλάδα πρόβαλε την ανάγκη επικοινωνίας με βάση το διεθνές δίκαιο, ενώ η αντιπρόταση της Τουρκίας ήταν ότι μπορεί να κάνει σωστή. Οι δύο πλευρές δεν βρήκαν ούτε το παραμικρό περιθώριο σύγκλισης απόψεων, ενώ συχνά οι συνομιλίες βυθίζονταν στην επανάληψη παγιωμένων απόψεων. Άλλωστε, οι γενικοί γραμματείς δεν είχαν την αρμοδιότητα να προωθήσουν τα θέματα πέρα ​​από αυτά που είχαν ορίσει η πολιτική ηγεσία κάθε χώρας. Έτσι, αναπόφευκτα, περιορίστηκαν σε μια σειρά από αβλαβείς παράλληλους μονολόγους που σταμάτησαν από την ελληνική πλευρά όταν το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε την εξουσία τον Οκτώβριο του 1981.

Ο Αντώνης Κλάψης είναι επίκουρος καθηγητής διπλωματίας και διεθνούς οργανισμού στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Από news