Οι δηλώσεις των τελευταίων ημερών του κυβερνητικού εκπροσώπου Γιάννη Οικονόμου και του υπουργού Επικρατείας Γιώργου Γεραπετρίτη έχουν τροφοδοτήσει εικασίες για πιθανή αλλαγή στον εκλογικό νόμο της χώρας.

«Η ανάγκη για σταθερότητα είναι πλέον πολύ πιο έντονη και πιο απαιτητική από πριν» και «αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί», είπε ο Οικονόμου το Σάββατο, ενώ πρόσθεσε τη Δευτέρα ότι η πάγια θέση της ΝΔ είναι «ότι ο εκλογικός νόμος πρέπει να αντανακλά εκλογικούς συσχετισμούς και να οδηγεί σε ισχυρούς και σταθερές κυβερνήσεις».

Από την πλευρά του, ο Γεραπετρίτης σημείωσε ότι διαμορφώνεται ένα κλίμα που υπονομεύει το ενδεχόμενο συνεργασιών. «Ποια είναι η εναλλακτική;» ρώτησε.

Ο ισχύων εκλογικός νόμος βασίζεται στην αναλογική.

Τα σενάρια που φέρεται να εξετάζονται περιλαμβάνουν επιστροφή στο μπόνους των 50 θέσεων για το πρώτο κόμμα.

Ένα άλλο συνεπάγεται ένα νέο «κλιμακωτό» μπόνους που ξεκινά από 20 επιπλέον έδρες στο πρώτο κόμμα που θα λάβει το 20% των ψήφων και από εκεί και πέρα ​​κάθε μισή ποσοστιαία μονάδα άνω του 25% θα παίρνει μια επιπλέον έδρα. Με αυτόν τον τρόπο, μια μονοκομματική κυβέρνηση θα επιτυγχανόταν περίπου στο 36%, σε σύγκριση με σχεδόν 38,5% έως 39% με το σημερινό σύστημα.

Ένα τρίτο σενάριο προβλέπει ένα επιπλέον μπόνους μιας έδρας για κάθε μία ποσοστιαία μονάδα μεταξύ των μερών. Εάν το πρώτο και το δεύτερο κόμμα έχουν έξι βαθμούς διαφορά, το πρώτο μέρος θα λάβει έξι επιπλέον έδρες, επιπλέον αυτών που δικαιούται από το μπόνους.

Η απόφαση για αλλαγή του εκλογικού νόμου, ωστόσο, δεν στερείται επικριτών, οι οποίοι σημειώνουν ότι η κυβέρνηση θα ανοιχτεί σε κατηγορίες για ασυνέπεια με παλαιότερες δηλώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ότι δεν θα παίξει με το εκλογικό σύστημα.

Μια αλλαγή μπορεί να έχει και τα αντίθετα αποτελέσματα και να στερήσει από τον Μητσοτάκη τη δυνατότητα της σκληρής πόλωσης που κρίνεται απαραίτητη για την επίτευξη μονοκομματικής κυβέρνησης.

«Αν χαμηλώσει ο πήχης, μπορεί να είναι ένα σήμα για μια πιο χαλαρή ψηφοφορία», δήλωσε στην Καθημερινή κυβερνητικό στέλεχος.

Από news