Εκφράζοντας την επιθυμία των πολιτών για συνέχεια ή αλλαγή και την κρίση τους, οι εκλογές είναι πάντα κρίσιμες σε μια δημοκρατία. Ιδιαίτερα όμως είναι οι εκλογές που γίνονται σε Ελλάδα και Τουρκία αυτόν τον μήνα. Οι τουρκικές δημοσκοπήσεις στις 14 Μαΐου αντιπροσωπεύουν μια σύγκρουση μεταξύ δύο διαφορετικών κόσμων. Όσο κι αν θέλουμε να κρίνουμε τον γείτονά μας με βάση τον βαθμό επιθετικότητας που δείχνει προς την Ελλάδα, η κούρσα μεταξύ του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και των αντιπάλων του είναι ουσιαστικά μια σύγκρουση αυταρχισμού και δημοκρατίας. Εάν κερδίσει ο Ερντογάν, η Τουρκία θα βρεθεί στον δρόμο της δικτατορίας. Εάν ηττηθεί, ο νέος πρόεδρος και η κυβέρνηση θα αντιμετωπίσουν τεράστιες προκλήσεις – τόσο στην κατάργηση του καθεστώτος που έχει εγκαθιδρύσει, όσο και στην αντιμετώπιση των σημαντικών οικονομικών και διπλωματικών δυσκολιών που αφήνει πίσω του. Είτε έτσι είτε αλλιώς, η Τουρκία θα περάσει από ένα δύσκολο κομμάτι αβέβαιου μήκους και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποιες θα είναι οι συνέπειες για την ίδια τη χώρα ή για τους γείτονές της.

Ενώ η Ελλάδα θα επηρεαστεί άμεσα από τις εξελίξεις στην Τουρκία, οι εθνικές μας εκλογές, μια εβδομάδα μετά, είναι εξίσου σημαντικές, αν και για διαφορετικούς λόγους. Η δημοκρατία δεν διακυβεύεται εδώ. Αυτό που θα κριθεί είναι η ωριμότητα, η ευελιξία και το αίσθημα ευθύνης όσων ηγούνται των πολιτικών κομμάτων και των δημοκρατικών θεσμών, καθώς και κατά πόσο οι πολίτες θέλουν αλλαγή πολιτικής μέσω σταθερότητας ή ελπίδας για θαύματα μέσω αναταράξεων. (Ας επικροτήσουμε τη δικλείδα ασφαλείας που εισήγαγε η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη: η επανεισαγωγή του συστήματος της απλής αναλογικής θα μας επιτρέψει να ζήσουμε την περιπέτεια της αποτυχίας σχηματισμού κυβέρνησης, χωρίς ωστόσο να φτάσουμε στο αδιέξοδο που έχει πλήξει η Βουλγαρία. όπου πέντε εκλογικές κούρσες σε δύο χρόνια δεν έχουν ακόμη παράγει βιώσιμο αποτέλεσμα.)

Το πρόβλημα εδώ δεν είναι το σύστημα της απλής αναλογικής, που αντανακλά τις διαφορετικές θέσεις και ιδέες στην πολιτική και την κοινωνία, όσο το γεγονός ότι οι πολιτικοί μας δεν έχουν δείξει τις αρετές που θα επέτρεπαν στο σύστημα να επιτύχει σταθερότητα μέσω της συνεργασίας. Οι θέσεις που υιοθετούν τα πολιτικά κόμματα – λιγότερο από τρεις εβδομάδες πριν οι ψηφοφόροι προσέλθουν στις κάλπες – μας λένε πολλά. Ενώ η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει πρόγραμμα και αφήνει μια σημαντική κληρονομιά επιτυχιών, καθώς και αποτυχιών και σκιών που απαιτούν διερεύνηση, η προσοχή δεν είναι τόσο στην πολιτική της επόμενης κυβέρνησης όσο στην επιθυμία για αντιπαράθεση και στο πώς κάθε το κόμμα ασχολείται με την περίοδο ανάμεσα στους δύο γύρους ψηφοφορίας. Το βάρος για την εξεύρεση λύσεων βαρύνει λοιπόν τους πολίτες και τους θεσμούς – σε κάθε ψηφοφόρο, στο Σύνταγμα και στον πρόεδρο της δημοκρατίας. Πρώτα θα μάθουμε προς ποια κατεύθυνση κλίνει η κοινωνία και μετά ποιος θα μας κυβερνά.

Από news