Υπάρχουν πολύ λίγοι υποστηρικτές των κύριων κομμάτων της Ελλάδας –και όχι των κομμάτων διαμαρτυρίας– που θέλουν να παίξουν το παιχνίδι της εικασίας όταν πάνε στις κάλπες για να ψηφίσουν τον επόμενο μήνα. Οι περισσότεροι θέλουν να μάθουν τι ακριβώς θα προκύψει από την κάλπη το βράδυ της Κυριακής: Θα είναι μια μονοκομματική κυβέρνηση, ένας συνασπισμός, μια μειοψηφία, μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας – τι; Για να πείσεις τους ψηφοφόρους χρειάζεσαι ξεκάθαρα μηνύματα, ειδικά σε μια χώρα που έχει περάσει πολλά. Ένα μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης φοβάται πολύ την αστάθεια, τις ατυχίες.

Η ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ δεν στέλνει ξεκάθαρο μήνυμα. Φυσικά, δεν είναι στην κουλτούρα της να το κάνει γιατί έχει αναδυθεί από ένα περιβάλλον όπου τα πράγματα μιλούν μέχρι θανάτου. Το 2015 το μήνυμα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ξεκάθαρο γιατί βασιζόταν στην οργή και στο μεγάλο «ΟΧΙ» στα προγράμματα διάσωσης που είχε υπογράψει η Ελλάδα, την επιβολή τους από την τρόικα και ό,τι είχε σχέση με αυτά. Σήμερα υπάρχει θυμός αλλά όχι τόσο όσο τότε. Ούτε υπάρχει ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν με ένα μαγικό ραβδί. Αυτή η χίμαιρα πέθανε το καλοκαίρι του 2015. Αυτό που αναζητούν οι άνθρωποι είναι η διαχειριστική ικανότητα.

Το ξεκάθαρο μήνυμα λείπει. Οι ψηφοφόροι είναι μπερδεμένοι. Το σύστημα της αναλογικής που εισήγαγε ο ΣΥΡΙΖΑ έχει γίνει τεράστια παγίδα για το κόμμα γιατί η Ελλάδα δεν είναι Γερμανία και οι πιθανοί εταίροι του συνασπισμού είτε ανήκουν σε ιδεολογικό άκρο είτε στερούνται σοβαρότητας. Η ιδέα μιας κυβέρνησης συνασπισμού με τον αρχηγό του MeRA25 και πρώην υπουργό Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη μοιάζει με επιστροφή στον τυχοδιωκτισμό, τα προβλήματα και την αβεβαιότητα. Η ιδέα μιας κυβέρνησης μειοψηφίας δεν φαίνεται ιδιαίτερα ισχυρή και πειστική. Πώς θα μπορεί μια τέτοια ομάδα να παίρνει αποφάσεις και να χειρίζεται κρίσιμα ζητήματα όταν η τύχη της θα κρίνεται καθημερινά στη Βουλή; Ποιος θα την υπερψήφιζε και υπό ποιες προϋποθέσεις;

Ωστόσο, η πολυφωνία στον ΣΥΡΙΖΑ δείχνει και το γεγονός ότι ο πρόεδρος του δεν θέλησε ποτέ να καθαρίσει το δικό του κόμμα. Ο Αλέξης Τσίπρας γνωρίζει ότι για το κόμμα του είναι (σε ​​σχετικούς όρους) ό,τι ήταν για το σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ ο αείμνηστος πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου. Είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς τον ΣΥΡΙΖΑ ως σοβαρό διεκδικητή χωρίς τον Τσίπρα. Κι όμως, έχοντας μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον που ευνοεί τις κομματικές ισορροπίες και τις συναντήσεις, του είναι πολύ δύσκολο να συμπεριφερθεί όπως ο Παπανδρέου στους συντρόφους του. Ως αποτέλεσμα, υπάρχει μια πολυφωνία που κατά την προεκλογική περίοδο μοιάζει με απόλυτη κακοφωνία. Ο καθένας έχει μια άποψη που εκφράζει χωρίς να υπολογίζει το κόστος και τις συνέπειες.

Δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος που μπορεί να χτυπήσει το χέρι του στο τραπέζι και να πει: «Φτάνει! Μόνο ένα άτομο θα μιλήσει εδώ». Άλλωστε αυτό δεν ταιριάζει στην κουλτούρα του ΣΥΡΙΖΑ.

Απέχουμε μόλις λίγες εβδομάδες από τις γενικές εκλογές. Ο χρόνος τελειώνει και μπαίνουμε στην περίοδο που οι ψηφοφόροι αρχίζουν να λειτουργούν λίγο πιο εγκεφαλικά, για να αφήσουν στην άκρη την οργή τους. Το χειρότερο πράγμα που μπορεί να κάνει ένα κόμμα αυτή την κρίσιμη στιγμή είναι να δώσει την εντύπωση ότι δεν έχει σχέδιο για το μέλλον, ότι δεν έχει απαντήσεις σχετικά με το με ποιον και πώς θα κυβερνήσει εάν εξασφαλίσει την πρώτη θέση. Ο χρόνος τελειώνει και αποδεικνύει ότι ο βασικός κανόνας της πολιτικής ισχύει πάντα: Αν δεν καθαρίσεις το κόμμα σου αποφασιστικά και έγκαιρα, πολύ πριν τις εκλογές, τα βάρη του θα σε καθηλώσουν σε μια κρίσιμη στιγμή, που θα είναι πολύ αργά για να απαλλαγούμε από αυτά.

Από news