Ο Δρ Σίμος Συμεωνίδης μεγάλωσε στην Αθήνα. Ο πατέρας του πέθανε από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 49 ετών και η μητέρα του, αν και αυτό θα σήμαινε ότι αποχωρίστηκε από τον μονάκριβο γιο της, τον ενθάρρυνε να σπουδάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ειδικεύτηκε στη μοριακή βιολογία και έγινε καθηγητής στο Ιατρικό του Χάρβαρντ. Σχολείο. «Με γοήτευσε η έρευνα, αλλά συνειδητοποίησα ότι, για να είσαι καλός, πρέπει να είσαι εξαιρετικά εξειδικευμένος. Ήθελα ανοιχτούς ορίζοντες, για να απαντήσω σε περισσότερες ερωτήσεις», λέει. Αποφάσισε να αλλάξει μάθημα και έγινε ξανά φοιτητής, γράφοντας για MBA στο Wharton. Είναι ο συνιδρυτής και πρόεδρος της TheraWave Bio, μιας εταιρείας βιοτεχνολογίας που εστιάζει στην εύρεση νέων θεραπειών για νευροεκφυλιστικές ασθένειες όπως το Αλτσχάιμερ και ο καρκίνος του εγκεφάλου. Τα τελευταία πέντε χρόνια είναι επενδυτής στον τομέα, «κάτι δύσκολο και ριψοκίνδυνο, αλλά συναρπαστικό, γιατί μαθαίνω συνεχώς νέα πράγματα».

Ο Δρ Βαγγέλης Βεργέτης έφυγε από την Ελλάδα μόλις τελείωσε το Λύκειο. Με πτυχίο πληροφορικής και διδακτορικό ως ηλεκτρολόγος μηχανικός, άρχισε να εργάζεται ως σύμβουλος στον τομέα της υγείας. Πριν από λίγα χρόνια, μαζί με τον Δημήτρη Σκαλτσά, ίδρυσε στη Νέα Υόρκη την Intelligencia, η οποία σύμφωνα με το Forbes συγκαταλέγεται στις 50 πιο υποσχόμενες αμερικανικές εταιρείες στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Έχουν γραφεία στις ΗΠΑ αλλά και στην Ελλάδα. «Είναι πολύ σημαντικό για τις φαρμακευτικές και βιοτεχνολογικές εταιρείες να γνωρίζουν πόσο επικίνδυνη είναι κάθε κλινική δοκιμή. Υπολογίζουμε τις πιθανότητες επιτυχίας και με βάση τα ποσοστά που τους δίνουμε αποφασίζουν πώς θα ενεργήσουν» εξηγεί.

Άκουσα πολλές ιστορίες όπως αυτές του Συμεωνίδη και του Βεργέτη στη Θεσσαλονίκη, όπου σχεδόν 100 εκπρόσωποι διεθνών εταιρειών βιοτεχνολογίας ήταν παρόντες στο ετήσιο συνέδριό τους.

«Η Biotechnologia, η συνάντηση βιοτεχνολογίας στην Ελλάδα που διοργάνωσε το Fondation Sante, δημιουργήθηκε από την επιθυμία να κάνουμε κάτι στη χώρα μας: Καλούμε Έλληνες και φιλέλληνες συναδέλφους, συζητάμε επίκαιρα θέματα ιατρικής, φαρμακευτικής και βιοτεχνολογίας και απολαμβάνουμε τις ομορφιές του πατρίδα – ιστορία, αρχιτεκτονική, γαστρονομία, παραλίες. Ξεκινήσαμε στη Μύκονο το 2001. Μετά ήρθαν η Ρόδος, η Χαλκιδική, το Σούνιο, η Κέρκυρα, η Κρήτη και η Σάμος και κάπως φτάσαμε σε 20 συναντήσεις», λέει ο Δρ Στέλιος Παπαδόπουλος από τη Θεσσαλονίκη, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Biogen.

Ήταν ο πρώτος που μπήκε στο χώρο της βιοτεχνολογίας και άνοιξε το δρόμο για τις επόμενες γενιές επιστημόνων και επιχειρηματιών του χώρου, με ένα πραγματικά αξιοσημείωτο ταξίδι που τον οδήγησε από τη Θεσσαλονίκη στη γειτονιά Χαριλάου στη Νέα Υόρκη.

Παπαδόπουλος και ο Δρ Σπύρος Αρταβάνης-Τσάκωνας, ομότιμος καθηγητής κυτταρικής βιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ και πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Καινοτομίας (NCRI), πρόσφατα ηγήθηκαν μιας οκταμελούς ομάδας εργασίας που παρουσίασε στον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη μια έκθεση για το πώς Η Ελλάδα θα μπορούσε να εδραιώσει τη θέση της στον παγκόσμιο χάρτη της βιοτεχνολογίας.

Στον όμιλο συμμετείχαν επίσης η Ελληνο-Καναδή Ξένια Κάπορη, με περισσότερα από 15 χρόνια εμπειρίας στη φαρμακοβιομηχανία, η Δάφνη Καρύδα, διευθύνων σύμβουλος και οικονομικός διευθυντής της Flare Therapeutics, ο Άλεξ Τζούκας, επικεφαλής επενδύσεων στην Intelligencia και ο Βασίλης Κοντοζαμάνης, πρώην αναπληρωτής υπουργός Υγείας που έχει αναλάβει τον συντονισμό του έργου στην επόμενη, πιο δύσκολη φάση: την υλοποίηση.

Στο συνέδριο εκτός από τον Καρύδα ήταν όλοι παρόντες και φυσικά συζητήσαμε τι πρότειναν στον πρωθυπουργό. Μου είπαν για την ανάγκη δημιουργίας ενός ευνοϊκού οικοσυστήματος μέσω δομικών αλλαγών και σταθερότητας. Όλα αυτά θα μειώσουν την ανασφάλεια που νιώθουν οι επενδυτές για μια χώρα σαν τη δική μας, όπου κάθε νέα κυβέρνηση σκίζει τα περισσότερα από αυτά που έκανε η προηγούμενη, ακόμα και τις θετικές αλλαγές.

«Οι προτάσεις μας είναι πλήρως υλοποιήσιμες», λέει ο Παπαδόπουλος. «Το αν θα εφαρμοστούν όμως θα εξαρτηθεί από το ενδιαφέρον που θα συνεχίσει να δείχνει η κυβέρνηση ή όχι και από το αν θα έχει το θάρρος να προχωρήσει στις απαραίτητες θεσμικές αλλαγές στην έρευνα, τα πανεπιστήμια και το δημοσιονομικό πλαίσιο. Εάν γίνουν όλα αυτά, θα έχουν θετικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη και την οικονομία μέσα σε λίγα χρόνια».

«Πρώτα από όλα, πρέπει να νικήσουμε την τεράστια, καταστροφική γραφειοκρατία που μας κρατά πίσω. Και, φυσικά, πρέπει να έχουμε μια ενιαία στρατηγική. Στην Ελλάδα συνήθως το δεξί δεν ξέρει τι κάνει το αριστερό! Το ένα υπουργείο δεν ξέρει τι κάνουν τα άλλα. Πρέπει να βρουν τρόπο να λύσουν αυτό το πρόβλημα. Τα άλλα πράγματα που είναι απαραίτητα στη βιοτεχνολογία – εκπαίδευση, επιχειρηματική οξυδέρκεια και όρεξη για δουλειά – είναι πράγματα που έχουν ήδη πολλοί Έλληνες», προσθέτει ο Αρταβάνης-Τσάκωνας.

«Έχω δει πολλούς φοιτητές», λέει ο Συμεωνίδης, με ακαδημαϊκή εμπειρία στο Χάρβαρντ. «Δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε τους Γερμανούς, τους Ολλανδούς ή τους Βρετανούς. Μας λείπει η συνέχεια. Ξεκινάμε κάτι και το εγκαταλείπουμε στα μισά. Και φυσικά η αχίλλειος πτέρνα μας τσακώνεται μεταξύ μας. Το κλειδί της επιτυχίας σε αυτόν τον τομέα είναι το πνεύμα συνεργασίας και αν, ως Έλληνες που ζούμε στις ΗΠΑ, είχαμε τόσες πολλές επιτυχίες, είναι επειδή ο Στέλιος Παπαδόπουλος μας έχει ενσταλάξει την αξία της ομαδικής εργασίας».

«Ό,τι προτείνουμε μπορεί να γίνει»

«Ό,τι προτείναμε στην έκθεση μπορεί να γίνει. Όμως δεν αρκεί η πολιτική βούληση της κυβέρνησης – πρέπει να κινητοποιηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός και η χώρα μας παραδοσιακά υποφέρει εκεί», λέει η Ξένια Καπώρη. «Οι επενδυτές που θα έρθουν θα πρέπει να ξεπεράσουν το τεράστιο εμπόδιο της γραφειοκρατίας. Και μετά υπάρχουν οι νοοτροπίες που μας κρατούν πίσω. Από τη μια υπάρχουν παντού άνθρωποι με απίστευτη όρεξη για δουλειά, τους οποίους συνήθως το σύστημα δεν εκμεταλλεύεται. Από την άλλη, οι περισσότεροι Έλληνες, αντί να βρίσκουν λύσεις, βλέπουν προβλήματα παντού. Δεν με ενδιαφέρει να ακούσω γιατί δεν μπορεί να γίνει τίποτα, αλλά πώς θα γίνει και ποιοι τρόποι θα βρεθούν για να ξεπεραστούν τα εμπόδια».

Η είσοδος στον παγκόσμιο χάρτη της βιοτεχνολογίας προϋποθέτει, όπως τονίζει ο Καπόρη, βαθιές και ουσιαστικές αλλαγές. «Χωρίς χρηματοδότηση ή σύνδεση με την επιχειρηματικότητα και με τα συνεχή εμπόδια που θέτουν όσοι θέλουν να διατηρήσουν τα προνόμιά τους πάση θυσία, είναι αναπόφευκτο να φύγουν μαζί με τις ιδέες τους νέοι που έχουν πολλά να προσφέρουν. Τέλος, η χώρα χρειάζεται σταθερότητα. Η σταθερότητα θα φέρει επενδύσεις. Γιατί κάθε κυβέρνηση αλλάζει τα πάντα; Θέλουμε να προχωρήσουμε ή όχι; Δεν πρέπει να παίζουμε πολιτική με το μέλλον μας».

«Αυτό που προτείναμε δεν είναι τεχνικά δύσκολο. Γιατί να μην συμβεί; Δεν μπορώ να σκεφτώ ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο, πέρα ​​από τη δύναμη της αδράνειας», συμφωνεί ο Βεργέτης. «Πρέπει να ξεκινήσουμε από κάπου, να φέρουμε τους πρώτους επενδυτές εδώ, τότε τα πράγματα θα μπουν στη θέση τους. Χωρίς προχειρότητα όμως. Αν, για παράδειγμα, μια μεγάλη εταιρεία αποφασίσει να επενδύσει στην Ελλάδα αλλά δεν πάρει έγκαιρα την άδεια της, αν τα πράγματα πάνε στραβά και αποσύρει το ενδιαφέρον της, θα είναι καταστροφικό. Κανείς δεν θα έρθει μετά από αυτό».

Αυτά τα ερωτήματα τα έθεσα στον Βασίλη Κοντοζαμάνη, σύμβουλο του πρωθυπουργού για θέματα υγείας, που τρέχει τώρα το έργο. «Πράγματι, τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε δει μελέτες στις οποίες δαπανήθηκαν τεράστιοι πόροι για τη συλλογή σκόνης στα συρτάρια. Αλλά αυτή τη φορά, υπάρχει και η θέληση και οι συνθήκες. Δεν προσπαθούμε να γίνουμε ξαφνικά Ισραήλ, αλλά διεκδικούμε τουλάχιστον ένα μικρό μερίδιο αγοράς για αρχή. Είναι η τελευταία ευκαιρία: Είναι τώρα ή ποτέ».

Ο Τζούκας συμφωνεί: «Οι προτάσεις μας, για να αποδώσουν, απαιτούν σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές: προώθηση της αριστείας και της αξιοκρατίας αντί του οπορτουνισμού. Με αυτόν τον τρόπο, οι μεγάλες εταιρείες βιοτεχνολογίας, αφενός, θα δουν την ευκαιρία να επενδύσουν στην Ελλάδα και, αφετέρου, οι εξαιρετικοί νέοι επιστήμονές μας –γιατροί, βιολόγοι κ.λπ.– θα δουν ότι χτίζεται εδώ ένα οικοσύστημα που μην τους διώχνεις».

Αλλάζουμε την εστίασή μας από το συγκεκριμένο – την αναφορά της ομάδας στον πρωθυπουργό – στο γενικό: την ισχυρή ελληνική παρουσία σε έναν τόσο απαιτητικό και ανταγωνιστικό τομέα. Σε τι οφείλεται; «Μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι ως μετανάστες που εγκατέλειψαν την πατρίδα μας για ένα καλύτερο μέλλον, νιώθουμε ότι δεν έχουμε την επιλογή της αποτυχίας», λέει ο Τζούκας. «Αν βρεθούμε σε ένα περιβάλλον που μας παρακινεί και μας προσφέρει τα κατάλληλα εργαλεία, δεν υπάρχει περίπτωση να μην διακριθούμε».

Μιλώντας με πολλούς συνέδρους, έμαθα ότι στη Βοστώνη, το κέντρο της διεθνούς βιοτεχνολογίας, οι Έλληνες είναι η νούμερο ένα δύναμη μετά τους Αμερικανούς και ακολουθούν οι Ασιάτες. Όπως ο Albert Bourla, διευθύνων σύμβουλος της Pfizer, ο Γιώργος Γιανκόπουλος, ο επικεφαλής επιστημονικός διευθυντής της Regeneron Pharmaceuticals Inc, ο Sir Mene Pangalos, εκτελεστικός αντιπρόεδρος και πρόεδρος της BioPharmaceuticals R&D στην AstraZeneca, ο Michel Vounatsos, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Biogen Inc, και πολλοί άλλοι. το σημείο.

Είχα την ευκαιρία να συναντήσω άλλα δύο εξέχοντα μέλη της ελληνικής κοινότητας στο συνέδριο της Θεσσαλονίκης: την Άννα Πρωτόπαπα, Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο της Mersana Therapeutics, μιας βιοφαρμακευτικής εταιρείας που ειδικεύεται στην ανακάλυψη και ανάπτυξη καινοτόμων θεραπειών για τη θεραπεία του καρκίνου, και τον Δρ Γιώργο Σκάγγο. Ελληνοαμερικανός τρίτης γενιάς, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Vir Biotechnology και ομότιμος καθηγητής βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, που ειδικεύεται στις μολυσματικές ασθένειες και άρχισε να παράγει αντισώματα Covid-19 κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

«Ο τομέας της βιοτεχνολογίας είναι συναρπαστικός. Δεν σε υποκινεί το κέρδος –ναι, βγάζεις χρήματα, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός– αλλά η επιθυμία σου να σταθείς δίπλα στον ασθενή, να τον βοηθήσεις. Και αυτό μας κρατά στον τομέα για μια ζωή. Κοιτάξτε με: Είμαι 74 ετών. Αντί να εγκατασταθώ με τη γυναίκα μου σε ένα ελληνικό νησί και να απολαύσω τον ήλιο και τη θάλασσα, μετά από τόσες δεκαετίες σκληρής δουλειάς, συνεχίζω να δουλεύω. Φοβάμαι ότι δεν υπάρχει θεραπεία για αυτόν τον «ιό!»», λέει γελώντας.

Από news