Η συμφωνία ενεργειακής συνεργασίας που υπεγράφη μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης στην Τρίπολη την περασμένη εβδομάδα δεν προκάλεσε έκπληξη, αλλά ήταν το αποκορύφωμα της στρατηγικής επιλογής της Άγκυρας να ανοίξει μια νέα περιοχή έριδος με την Αθήνα. Με την εμπιστοσύνη μιας περιφερειακής δύναμης, η Τουρκία ενισχύει την παρουσία της στο μαλακό υπόβαθρο της Ελλάδας, οδηγώντας σε τρία σενάρια σχετικά με το τι συνεπάγονται τα σχέδια της Τουρκίας για την περιοχή στο μέλλον.

Το πρώτο σενάριο είναι ότι τα τουρκικά γεωτρύπανα θα πιάσουν δουλειά στον Κόλπο της Σίντρας (ή και πέρα), χωρίς ωστόσο να καταπατήσουν την διεκδικούμενη ή οριοθετημένη ελληνική αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ). Με άλλα λόγια, τα τουρκικά γεωτρύπανα ή τα σεισμικά πλοία δεν θα έρθουν κοντά στην Κρήτη. Αυτό θα διατηρήσει την ένταση σε ανεκτό επίπεδο και θα αποτρέψει μια κλιμάκωση σε στρατιωτική κρίση.

Το δεύτερο είναι ότι η Άγκυρα θα προσπαθήσει να αμφισβητήσει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας νότια της Κρήτης (δηλαδή κοντά στο νομό Χανίων), αλλά τα τουρκικά πλοία θα εξακολουθήσουν να αποφεύγουν την οριοθετημένη ΑΟΖ Ελλάδας-Αιγύπτου. Αυτό εγείρει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την εθνική κόκκινη γραμμή. Είναι στα 6 ναυτικά μίλια, στα 12 ναυτικά μίλια ή είναι στην διεκδικούμενη ελληνική ΑΟΖ;

Το σενάριο νούμερο τρία ορίζει ότι η Άγκυρα θα αποφασίσει να στείλει γεωτρύπανο στην ελληνοαιγυπτιακή ΑΟΖ με συνοδεία πολεμικού πλοίου προκειμένου να επιβάλει τις διατάξεις του λεγόμενου μνημονίου της για τα θαλάσσια σύνορα με τη Λιβύη. Αυτό το σενάριο μπορεί να συνδυαστεί με ταυτόχρονη εκτροπή στο Αιγαίο ή στην Κύπρο. Υπό τις παρούσες συνθήκες, είναι επίσης αυτό που είναι λιγότερο πιθανό. Όσο η ελληνοαιγυπτιακή αμυντική συνεργασία παραμένει στενή, η τουρκική πλευρά θα αποφύγει τη διακοπή των σχέσεων με το Κάιρο.

Η Αθήνα έχει σχεδιάσει μια προληπτική στρατηγική που αφορά σε μεγάλο βαθμό τη Δυτική Θράκη, το ανατολικό Αιγαίο και την Κύπρο. Μέχρι στιγμής, το Λιβυκό Πέλαγος είχε ελάχιστο ενδιαφέρον για την ελληνική πλευρά, εν μέρει επειδή είχε υποτιμήσει τη γεωπολιτική και γεωοικονομική σημασία της Λιβύης. Τώρα, ωστόσο, δεν έχουμε πια την πολυτέλεια να μπορούμε να αγνοούμε τι συμβαίνει στην πολιορκημένη χώρα της Βόρειας Αφρικής.

Οι συνθήκες απαιτούν από την Ελλάδα να χαράξει μια στρατηγική για το Λιβυκό Πέλαγος που θα λαμβάνει υπόψη όλες τις διαφορετικές παραμέτρους που διαδραματίζονται στην περιοχή. Σε γενικές γραμμές, η πρόληψη περιλαμβάνει μια ισχυρή ψυχολογική διάσταση που συνεπάγεται τον φόβο της ήττας. Πρακτικά, αυτός που κάνει την άμυνα πρέπει να πείσει τον αντίπαλό του ότι το κόστος μιας επιθετικής πράξης υπερτερεί κατά πολύ των πιθανών οφελών.

Η αξιοπιστία μιας τέτοιας απειλής βασίζεται σε δύο πυλώνες. Το πρώτο αφορά τα διαθέσιμα στρατιωτικά μέσα για την τιμωρία της επιτιθέμενης πλευράς, εάν χρειαστεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Ελλάδα έχει το στρατηγικό και τακτικό πλεονέκτημα λόγω της εγγύτητάς της στη θαλάσσια περιοχή που αμφισβητείται από την Τουρκία. Από στρατιωτική άποψη, η παρουσία του τουρκικού στόλου νότια της Κρήτης θα ήταν μια πολύ επικίνδυνη υπόθεση.

Ο δεύτερος πυλώνας έχει να κάνει με την πολιτική βούληση για χρήση στρατιωτικής ισχύος, εάν αυτό απαιτείται. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία πρέπει να στείλει μηνύματα αποφασιστικότητας και εμπιστοσύνης στην άλλη πλευρά. Το πιο σημαντικό, όμως, πρέπει να υπάρχει απόλυτη σαφήνεια σχετικά με τις κόκκινες γραμμές που θέτει η χώρα, ώστε η άλλη πλευρά να ξέρει τι θα γίνει και τι δεν θα γίνει ανεκτή. Δεν υπάρχει χώρος για γενικευμένους και αόριστους όρους από την Αθήνα δεδομένου του μεγέθους της απειλής.

Εάν η άλλη πλευρά δεν ξεπεράσει αυτές τις εθνικές κόκκινες γραμμές, υπάρχει ελπίδα ότι η ένταση θα υποχωρήσει και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις σταδιακά θα αποκατασταθούν, ότι θα βρούμε έναν ειρηνικό και πολιτισμένο τρόπο να λύσουμε τη μοναδική μας διαφορά. Εάν η Άγκυρα όντως περάσει αυτές τις κόκκινες γραμμές, η Αθήνα θα πρέπει να απαντήσει με σαφή και αποφασιστικό τρόπο προκειμένου να προστατεύσει τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.

Η Τουρκία φαίνεται να σχεδιάζει να διεκδικήσει την υποτιθέμενη και οριοθετημένη ελληνική ΑΟΖ και τελικά να αποκόψει τη χώρα από την Ανατολική Μεσόγειο – και αυτό είναι κάτι που καμία ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να το επιτρέψει.

Ο Εμμανουήλ (Μάνος) Καραγιάννης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο King’s College του Λονδίνου και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Το βιβλίο του «Πρόληψη και Άμυνα» πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα από την Εκδοτική Εταιρεία Παπαδόπουλος.

Από news