Ευκαιρία για άμεση επικοινωνία μεταξύ του Έλληνα πρωθυπουργού και του Τούρκου προέδρου έδωσε η συνεδρίαση της Πέμπτης της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας (EPC) στην Πράγα. Φαίνεται ότι η Άγκυρα επέλεξε να μην το χρησιμοποιήσει.

Κανείς δεν κερδίζει από το σημερινό συγκρουσιακό περιβάλλον μεταξύ των δύο χωρών. Σίγουρα όχι η Τουρκία, η οποία πρέπει κάποια στιγμή να συνειδητοποιήσει ότι η επιθετική της συμπεριφορά δεν αποφέρει κανένα όφελος. Δεν βελτιώνει την εικόνα της, ενώ η στρατιωτική της ισχύς υποφέρει από την απροθυμία των μεγάλων συμμάχων, κυρίως των ΗΠΑ, να της πουλήσουν νέα, εξελιγμένα μαχητικά F-16 και να αναβαθμίσουν τα παλαιότερα.

Στην Ουάσιγκτον, αυτές τις μέρες προσεγγίζουν την Ελλάδα και την Τουρκία πολύ διαφορετικά από ό,τι στο παρελθόν. Κανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία της Τουρκίας, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και όχι μόνο. Ωστόσο, η αντιδραστική και απρόβλεπτη συμπεριφορά του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε ως αποτέλεσμα να θεωρείται «πολύ δύσκολος εταίρος».

Ταυτόχρονα, η διακομματική σοβαρότητα, συνέπεια και συνέχεια που επέδειξε η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει αναβαθμίσει τη στρατηγική της σημασία στα μάτια των Αμερικανών υπευθύνων χάραξης πολιτικής και των δύο μερών. Αυτό φαίνεται όχι μόνο από δημόσιες δηλώσεις αξιωματούχων και νομοθετικές πρωτοβουλίες, αλλά και από τις αναλύσεις των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της Ανατολικής Μεσογείου που έγιναν από διάφορα think tank.

Υπό αυτό το πρίσμα, το πρόσφατο παράνομο μνημόνιο Τουρκίας-Λιβύης επιβεβαιώνει την εικόνα της Τουρκίας ως χώρας που εντάσσεται στα προβλήματα και όχι στις λύσεις.

Η Αθήνα ήταν και παραμένει ανοιχτή στον διάλογο. Όπως σημείωσε ο Έλληνας πρωθυπουργός στον ΟΗΕ, οι διαφορές δεν επιλύονται με επιθετική συμπεριφορά, αυτοκρατορικές φαντασιώσεις και εμπρηστική ρητορική, αλλά με κανόνες επίλυσης διαφορών και το διεθνές δίκαιο.

Η δήλωση του Ερντογάν ότι δεν θα μιλήσει με τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι απλώς μια ανώριμη υπερβολική αντίδραση. Το ίδιο ισχύει για τις συνεχείς ρητορικές υπερβολές του Ερντογάν, του εταίρου του στο συνασπισμό Devlet Bahceli, του υπουργού Άμυνας Hulusi Akar, του υπουργού Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου και άλλων.

Η εσωστρέφεια, η αλαζονεία και ο εθνικισμός είναι κακοί και επικίνδυνοι σύμβουλοι.

Μια καλά προετοιμασμένη συνάντηση των δύο ηγετών στην Πράγα μπορεί να οδήγησε σε έναν δρόμο αποκλιμάκωσης, που στο σημερινό προεκλογικό περιβάλλον δεν φαίνεται να θέλει ο Ερντογάν.

Θα μπορούσαν, ωστόσο, να υπάρξουν επαφές μεταξύ των υπουργών Άμυνας των δύο χωρών, οι οποίες θα είχαν τον δικό τους συμβολισμό και ουσία. Παράλληλα, πρέπει να δημιουργηθεί άμεσα ένας αξιόπιστος δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας που να λειτουργεί μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Από news