Η πρόσφατη υπόθεση της υποκλοπής του τηλεφώνου του ευρωβουλευτή και προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη οδήγησε σε έντονη κριτική κατά της κυβέρνησης για ένα «σύστημα παρακολούθησης», το «ελληνικό Watergate» κ.λπ. Φυσικά οι επιχειρήσεις παρακολούθησης και ο ρόλος των υπηρεσιών πληροφοριών είναι πολύ ευαίσθητο θέμα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια περίοδο μεγάλης συζήτησης μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας. Αλλά θα πρέπει να προσπαθήσουμε να συζητήσουμε αυτό το θέμα χωρίς να πέσουμε σε πόλωση και λαϊκισμό.

Οι μυστικές υπηρεσίες ή οι μυστικές υπηρεσίες αποτελούν ουσιαστικό μέρος κάθε συστήματος εθνικής ασφάλειας και ένα κράτος όπου η προστασία των πολιτών διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο χρειάζεται αποτελεσματικές και διαφανείς υπηρεσίες πληροφοριών. Ζούμε σε μια εποχή έξυπνης τεχνολογίας και έξυπνης και γρήγορης ενημέρωσης. Ας σκεφτούμε πώς ένα κομμάτι πληροφοριών μπορεί να αποτρέψει μια τρομοκρατική επίθεση ή εισβολή. Ωστόσο, η ευφυΐα δεν σχετίζεται μόνο με την άμεση αντίδραση, αλλά και με τον στρατηγικό σχεδιασμό – δηλαδή επηρεάζει τη λήψη αποφάσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός είναι ένας σημαντικός τομέας του συστήματος εθνικής ασφάλειας. Στην εποχή του καθημερινού κινδύνου στην οποία ζούμε, η ευφυΐα μπορεί και πρέπει να εργαστεί για την προστασία του κράτους, των υποδομών και των πολιτών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η εμπιστοσύνη, που συνδέεται στενά με τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, είναι κρίσιμη. Το απόρρητο στη λειτουργία των υπηρεσιών πληροφοριών δεν σημαίνει γκρίζα ζώνη – δηλαδή συνθήκες πέρα ​​από τη νομιμότητα και τη δημοκρατία. Πρέπει να δούμε την κρίση ως ευκαιρία και να προχωρήσουμε σε μια σύγχρονη κουλτούρα και κοινότητα πληροφοριών, αναπόσπαστο μέρος μιας στρατηγικής εθνικής ασφάλειας, για την ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της εξωστρέφειας των υπηρεσιών πληροφοριών. Σε αυτό το πλαίσιο δεν θα πρέπει να υπάρχουν ανοιχτά παράθυρα παραβίασης δικαιωμάτων.

Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να διευκρινίσουμε τις γραμμές και τους διαφορετικούς ρόλους μιας κυβέρνησης και μιας υπηρεσίας πληροφοριών. Οι κυβερνήσεις, σε διάφορες μορφές (π.χ. ένας υπουργός, το γραφείο του πρωθυπουργού, ένας γενικός γραμματέας, το υπουργικό συμβούλιο κ.λπ.), είναι υπεύθυνες για την εκτελεστική εποπτεία μιας υπηρεσίας πληροφοριών. Στις σύγχρονες ευρωπαϊκές δημοκρατίες, όπως η Ελλάδα, οι κυβερνήσεις δεν παρεμβαίνουν και δεν πρέπει να παρεμβαίνουν στο επιχειρησιακό έργο μιας υπηρεσίας πληροφοριών. Φυσικά, ως εκτελεστική εποπτική αρχή, η κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση ότι η υπηρεσία πληροφοριών ακολουθεί τις νομικές, θεσμικές και πολιτικές διατάξεις του ρόλου της. Πέρα από το νομικό πλαίσιο και τα φίλτρα για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών και άλλες διατάξεις και περιορισμούς σχετικά με το ρόλο και το έργο των υπηρεσιών πληροφοριών, η απόφαση να τεθεί κάποιος υπό παρακολούθηση βασίζεται σε επιχειρησιακά κριτήρια και διαδικασίες. Στην περίπτωση της Ελλάδας και της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών της (ΕΥΠ), πριν την τελική έγκριση του ειδικού εισαγγελέα, υπάρχει επιχειρησιακή διαδικασία που βασίζεται στις εκτιμήσεις διαφορετικών στελεχών σχετικά με την ανάγκη για επιχείρηση παρακολούθησης. Η λογική και τα επιχειρήματα αυτής της επιχειρησιακής διαδικασίας αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία αποφασίζει ο εισαγγελέας. Φυσικά υπάρχει πάντα η πιθανότητα λανθασμένων εκτιμήσεων, αποφάσεων και κακής συμπεριφοράς και έχουμε παραδείγματα από διάφορες χώρες για σχετικές υποθέσεις. Για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας παραδέχτηκε ότι η παρακολούθηση του Ανδρουλάκη μετά τη νόμιμη διαδικασία ήταν λάθος και αποδεικνύει την έλλειψη κάποιων απαραίτητων φίλτρων για την αξιολόγηση υποθέσεων πολιτικών. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να διαφυλαχθεί η διαδικασία και το σκεπτικό μιας επιχείρησης επιτήρησης, συμπεριλαμβανομένων όλων των απαραίτητων φίλτρων και ελέγχων και ισορροπιών, καθώς και ο ενισχυμένος ρόλος των ανεξάρτητων αρχών.

Μια άλλη σημαντική διάσταση σε αυτή τη συζήτηση είναι η έννοια του εθνικού συμφέροντος. Το εθνικό συμφέρον σε περιπτώσεις επιχειρήσεων επιτήρησης συνδέεται με την έννοια της εθνικής ασφάλειας. Εδώ και αρκετά χρόνια, και ειδικά μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, τα όρια μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας (οι δύο βασικοί πυλώνες της εθνικής ασφάλειας) είναι ασαφή, λόγω αλληλοεπικαλυπτόμενων τομέων ευθύνης. Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της εθνικής ασφάλειας, σε μια περίοδο πολλαπλών κρίσεων, είναι πολύ ευρεία. Πριν από μερικές δεκαετίες, η εθνική ασφάλεια συνδέθηκε μόνο με πιθανές επιθετικές επιθέσεις από άλλο κράτος. Στη μεταψυχροπολεμική περίοδο το περιβάλλον ασφαλείας έχει αλλάξει δραματικά. Σήμερα, η στρατηγική εθνικής ασφάλειας μιας χώρας πρέπει να εξετάζει νέες και ασύμμετρες απειλές, όπως η διεθνής τρομοκρατία, οι υβριδικές απειλές, οι κυβερνοεπιθέσεις κ.λπ. και ο ρόλος των υπηρεσιών πληροφοριών είναι εν μέρει η προστασία από αυτές τις απειλές. Η βάναυση εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία μας υπενθυμίζει ότι οι διακρατικοί πόλεμοι είναι ακόμα εδώ. Ορισμένες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, αντιμετωπίζουν ένα πολύ περίπλοκο μείγμα απειλών. Από την επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας μέχρι τη διεθνή τρομοκρατία, τις υβριδικές απειλές, το διασυνοριακό οργανωμένο έγκλημα και τις μαζικές παράτυπες μετακινήσεις μεταναστών με τη συμμετοχή πολλών εγκληματικών δικτύων. Επιπλέον, η Ελλάδα είναι μια χώρα με μια σειρά από εξτρεμιστικές αναρχικές, ακροαριστερές και ακροδεξιές οργανώσεις. Θα πρέπει επίσης να προσθέσουμε τον κίνδυνο κακοήθων εξωτερικών επιρροών, ειδικά από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, που θα μπορούσε να επηρεάσει πολλούς τομείς της δημόσιας ζωής. Για το σκοπό αυτό, οι επιχειρήσεις παρακολούθησης δεν καλύπτουν μόνο τρομοκράτες αλλά και περιπτώσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν από αυτό το περίπλοκο πορτρέτο πιθανών απειλών. Περιττό να πούμε ότι δεν πρέπει να γίνεται κατάχρηση των ζητημάτων εθνικής ασφάλειας για τη στόχευση ανθρώπων και κάθε αίτημα παρακολούθησης θα πρέπει να εξετάζεται και να εξηγείται λεπτομερώς.

Στην Ελλάδα παρακολουθούμε μια πολύ κατακερματισμένη και πολωμένη συζήτηση για την ασφάλεια γενικά και τις υπηρεσίες πληροφοριών ειδικότερα. Για πολιτιστικούς και πολιτικούς λόγους, η ασφάλεια αντιμετωπίζεται κυρίως μέσω ιδεολογικών γωνιών, κάτι που δεν αφήνει περιθώρια για γόνιμο διάλογο και συνεργασία. Θα ήθελα να προσθέσω σε αυτό τη μακροχρόνια κουλτούρα διαφορετικών κυβερνήσεων να κρατούν την υπηρεσία πληροφοριών κεκλεισμένων των θυρών. Αντίθετα, σε άλλες χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, οι υπηρεσίες πληροφοριών είναι πιο ανοιχτές, το κοινό κατανοεί καλύτερα τι κάνουν και ο ρόλος τους είναι μέρος της κανονικής καθημερινής ζωής. Επιπλέον, η Ελλάδα στερείται κουλτούρας κοινής κατανόησης και συνεργασίας μεταξύ του κοινού και των ειδικών κοινοβουλευτικών επιτροπών που διερευνούν σκάνδαλα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι ασυνήθιστο τα πολιτικά κόμματα να καταφεύγουν κυρίως σε φιλονικίες και είναι παράλληλοι μονόλογοι που προκύπτουν και όχι μια σωστή καταληκτική έκθεση ως αποτέλεσμα της επιτροπής. Θα πρέπει να το έχουμε κατά νου όταν μελετάμε την κατάσταση με την επιτροπή σχετικά με υποθέσεις επιτήρησης. Εκτός από αυτό, είναι καιρός να συμπεριλάβουμε το άνοιγμα και τη διαφάνεια ως μέρος της μεταρρύθμισης των υπηρεσιών πληροφοριών. Αλλά αυτή τη στιγμή υπάρχουν νομικές διατάξεις σχετικά με το απόρρητο, αν και υπάρχει μια πολύ μεγάλη συζήτηση μεταξύ μελετητών για αυτό. Για το σκοπό αυτό είναι πολύ δύσκολο να αποφευχθεί η δυσπιστία μεταξύ της κυβέρνησης και των κομμάτων της αντιπολίτευσης και η πόλωση της πολιτικής ζωής. Αλλά θα πρέπει να προσπαθήσουμε να αποφύγουμε πιθανή δυσπιστία προς την υπηρεσία πληροφοριών ως αποτέλεσμα αυτής της πολωμένης κατάστασης.

Ο Τριαντάφυλλος Καρατράντος είναι διδάκτωρ της ευρωπαϊκής ασφάλειας και των ασύμμετρων απειλών και είναι ερευνητής στο Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).

Από news