Η Ευρώπη γνώρισε τις πιο έντονες ιστορικές της μνήμες πριν από περίπου 80 χρόνια. Αυτό ήταν πολύ καιρό πριν για τους περισσότερους από εμάς, και είναι φυσικό οι νέες γενιές να αντιμετωπίζουν τους εφιάλτες του χθες ως κάτι πολύ μακρινό, μερικές φορές ακόμη και στολισμένο. Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα στην Ευρώπη σήμερα, για τους ανθρώπους της αλλά και για την ηγεσία της.

Συχνά ακούμε το κλισέ ότι «δεν υπάρχουν σταθεροί ηγέτες στην ΕΕ σήμερα». Είναι αλήθεια. Κυρίως γιατί οι ηγέτες-θρύλοι που έχουμε στο μυαλό μας είχαν βιώσει την ιστορία από πρώτο χέρι. Δεν είχαν πέσει στην παγίδα να πιστεύουν ότι η ιστορία θα μπορούσε να τελειώσει μαγικά, ούτε είχαν την ψευδαίσθηση ότι κάθε χρονιά θα ήταν αναγκαστικά καλύτερη από την προηγούμενη. Όσο για τους πολίτες, πολύ συχνά αγνοούν τη δική τους ιστορία. Είναι κάτι που συμβαίνει εδώ και καιρό αλλά εντείνεται όσο περνούν τα χρόνια.

Συμβαίνει όμως και κάτι πολύ επικίνδυνο, ειδικά στην Ελλάδα. Μέσα στην τοξική μανία της πολιτικής αντιπαράθεσης ακούς συχνά κάποιους να φωνάζουν «αλλά εδώ έχουμε χούντα». Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο, για να μην πω ανιστορικό. Μας μουδιάζει στον εφιάλτη μιας πραγματικής χούντας και παρέχει σε κάθε είδους εξτρεμιστές τη δικαιολογία που χρειάζονται για να πολεμήσουν τους φανταστικούς τους πολέμους.

Ποιος είναι λοιπόν ο φόβος: ότι ένας συνδυασμός αδιανόητης πίεσης στην κοινωνία, άγνοιας της ιστορίας και ατέρμονης πολιτικής πόλωσης θα δημιουργήσει κάτι πολύ προβληματικό στο τέλος. Ήδη μας φαίνεται λογικό ότι η ακροδεξιά κέρδισε στην Ιταλία ή τη Σουηδία. Οι υπερβολές της πολιτικής ορθότητας οδηγούν πολλούς να υπερασπιστούν την άνοδο αυτών των πολιτικών δυνάμεων ή την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ως «λογικό». Η πίεση στην κοινωνία είναι τέτοια που είναι «λογικό» να νοιαζόμαστε για το ποιος θα φέρει φθηνότερο ψωμί στο τραπέζι, όχι για την ποιότητα των θεσμών και της δημοκρατίας.

Πριν από την έλευση του φασισμού είχαμε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Σήμερα έχουμε πολλά κοινά με εκείνη τη μοιραία περίοδο: έναν πληθωρισμό που αποδεκατίζει την ήδη συρρικνούμενη μεσαία τάξη, ακραία ρητορική και θανάσιμους ιδεολογικούς αντιπάλους που αντί να αλληλοσκοτώνονται στους δρόμους αλληλοδολοφονούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και – φυσικά – την κατάρρευση της εμπιστοσύνης σε βασικούς θεσμικούς πυλώνες.

Έχουμε όμως και πόλεμο στην Ευρώπη, για πρώτη φορά, μετά από δεκαετίες, που διογκώνει τα προβλήματα και την αίσθηση της αβεβαιότητας. Εξάλλου, κάθε μεγάλος πόλεμος οδηγούσε στην καταστροφή παλαιών ή/και στην άνοδο νέων αυτοκρατοριών, στην ανατροπή καθιερωμένων ηγεσιών και σε νέες παγκόσμιες ισορροπίες. Κανείς από εμάς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα προκύψει σε πέντε ή δέκα χρόνια.

Ωστόσο, καλό είναι, χωρίς να ξεχνάμε την ιστορία, να κάνουμε κάποιες υποχωρήσεις στη δημόσια συζήτηση και να είμαστε πολύ προσεκτικοί όταν κάνουμε ακατάλληλες συγκρίσεις με το παρελθόν. Γιατί είναι ένας σίγουρος τρόπος για να νομιμοποιήσεις τους εφιάλτες που μπορεί να φέρει μια επανάληψη της ιστορίας.

Από news