Με αφορμή τον Μάιο που είναι ο μήνας πρόληψης και ευαισθητοποίησης για τον καρκίνο του δέρματος και του μελανώματος, οι δερματολόγοι εκφράζουν ανησυχία για τα προβλήματα πρόσβασης των πολιτών στις εγκαταστάσεις υγείας κατά την τριετή πανδημία του κορωνοϊού και πώς αυτό επηρέασε τη διάγνωση του μελανώματος.

Σε σχόλια στην Καθημερινή, ο Αλέξανδρος Στρατηγός, καθηγητής Δερματολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής του Νοσοκομείου Ανδρέας Συγγρός, δήλωσε ότι «υπάρχει ανησυχία για μια στροφή στη διάγνωση των μελανωμάτων από τα πρώιμα στάδια στα ενδιάμεσα ή και πιο προχωρημένα στάδια με δυσμενής πρόγνωση».

Πράγματι, στοιχεία καθυστερημένων διαγνώσεων καταγράφονται σε ελληνική μελέτη που συντονίζει η Α’ Δερματολογική Κλινική της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Αντίστοιχα, το 2020 ο αριθμός των νέων κρουσμάτων μελανώματος στη Βόρεια Ελλάδα μειώθηκε κατά 36,4% σε σύγκριση με τον αναμενόμενο αριθμό με βάση τα στοιχεία της τετραετίας 2016-19.

Οι ασθενείς με μελάνωμα που διαγνώστηκαν το 2020 ήταν νεότεροι σε ηλικία σε σύγκριση με τους νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς προηγούμενων ετών, γεγονός που σχετίζεται με τον φόβο λόγω Covid-19 των ηλικιωμένων να αναζητήσουν υπηρεσίες υγείας, ενώ οι διαγνώσεις σε ενδιάμεσα και προχωρημένα στάδια της νόσου ήταν περισσότερες από αναμενόμενος.

Στην Ελλάδα, τα κρούσματα μελανώματος υπολογίζονται σε επτά ανά 100.000 άνδρες και οκτώ ανά 100.000 γυναίκες ετησίως.

Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 1.300 περιπτώσεις ετησίως. Το μελάνωμα θεωρείται ασθένεια κυρίως αστικών πληθυσμών, καθώς ο πληθυσμός των πόλεων δραστηριοποιείται κυρίως σε εσωτερικούς χώρους και εκτίθεται στον ήλιο απότομα και για μικρό χρονικό διάστημα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Όπως επισημαίνει ο Στρατηγός, «το μελάνωμα σχετίζεται περισσότερο με ανοιχτόχρωμο δέρμα, ηλιακά εγκαύματα και πολλαπλούς σπίλους και λιγότερο με τη χρόνια έκθεση στον ήλιο, οπότε βλέπουμε περισσότερους μη μελανωματικούς καρκίνους του δέρματος».

Από news